Α καπέλα (A cappella) Ιταλ. = Σε εκκλησιαστικό στιλ, δηλαδή, ασυνόδευτο. Ένδειξη για χορωδιακή μουσική, χωρίς συνοδεία οργάνου. Αρχικά η φράση αναφερόταν αποκλειστικά στην εκκλησιαστική μουσική χωρίς συνοδεία, όπως π.χ. η μουσική του 16ου αιώνα (π.χ. του Παλεστρίνα). Σήμερα χρησιμοποιείται για όλα τα ασυνόδευτα χορωδιακά κομμάτια, είτε θρησκευτικά, είτε κοσμικά.
Α καπέλα
Questa è un'anteprima di “Α καπέλα” su RILM Music Encyclopedias. Se hai un abbonamento, accedi oppure accedi tramite la tua istituzione per vedere l'articolo completo.
Contenuto © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale
Contenuto © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale