Ατσιακατούρα (Acciaccatura) Ιταλ. = Σύγκρουση. Ένα στολίδι, που χρησιμοποείται στη μουσική για τσέμπαλο και Όργανο (ιδιαίτερα το 1675-1750), το οποίο αποτελείται από μια ή περισσότερες παράτονες νότες, π.χ. ντο-μι-φα#-σολ (εντελώς παράτονες) παιγμένες μαζί σαν μια συγχορδία, αλλά που «λύνονται
» αμέσως, αφήνοντας να ηχήσουν οι σύμφωνες νότες. Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται, συχνά εσφαλμένα, με τη σημασία της σύντομης αποτζιατούρας.