Κλαρινέτο. Πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από ένα λεπτό κύλινδρο από ξύλο ή έβενο (τελευταία κι από μέταλλο), με ένα χαρακτηριστικό επιστόμιο που ονομάζεται «ράμφος
», εφοδιασμένο μ’ ένα μικρό έλασμα, του οποίου οι παλμικές δονήσεις παράγουν ήχο με το πέρασμα του αέρα. Το άλλο άκρο καταλήγει σε σχήμα κώδωνος. Από μακριά το κλαρινέτο εύκολα συγχέεται με το όμποε, με το οποίο μοιάζει σε σχήμα, αλλά ξεχωρίζει από το «ράμφος
» και από το μεγαλύτερο μέγεθος του. Το όμποε παράγει έναν «ποιμενικό...