SEARCH

Παρλάντο

Παρλάντο (Parlando) Ιταλ. = Ομιλητικά. Στο τραγούδι, ένδειξη ότι η φωνή πρέπει να πλησιάσει το χαρακτήρα της ομιλίας. Συμβαίνει κυρίως σε συνδυασμό με γρήγορη απαγγελία, ιδιαίτερα στα ρετσιτατίβο. Στην ενόργανη μουσική σημαίνει εκφραστική ερμηνεία που υποδηλώνει ομιλία ή τραγούδι.

This is a preview of “Παρλάντο” on RILM Music Encyclopedias. If you have a subscription, please or access via your institution to see the full article.