Ράινεκε, Καρλ (Carl Rainecke) (-). Γερμανός πιανίστας, βιολονίστας, συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας και δάσκαλος, μαθητής του πατέρα του. Ξεκίνησε ως βιολονίστας το 1835, αλλά αργότερα αφοσιώθηκε στο πιάνο αποκτώντας διεθνή φήμη. Διευθυντής της Γκεβάντχαους Ορχήστρας της Λιψίας (1860-1895), καθηγητής πιάνου και σύνθεσης στο Ωδείο της Λιψίας (1860-1892) και διευθυντής του Ωδείου (1892-1902). Έγραψε 5 όπερες, ορατόρια, καντάτες, 3 συμφωνίες, 4 κοντσέρτα για πιάνο και για άρπα, πολλή μουσική...
Ράινεκε, Καρλ
(1824–1910)> ΠΙΑΝΊΣΤΑΣ, ΒΙΟΛΟΝΊΣΤΑΣ, ΣΥΝΘΈΤΗΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΤΉΣ ΟΡΧΉΣΤΡΑΣ ΚΑΙ ΔΆΣΚΑΛΟΣ, ΜΑΘΗΤΉΣ