SEARCH

Ρινφορτσάντο, ρινφορτσάτο

Ρινφορτσάντο, ρινφορτσάτο (Rlnforzando), (rinforzato) Ιταλ. - Ενισχύοντας. Συντ. rf, rfz, rinf. ζαφνικός τονισμός μιας απλής νότας ή συγχορδίας (σφορτσάντο) ή ξαφνικό και μικρό κρεσέντο.

This is a preview of “Ρινφορτσάντο, ρινφορτσάτο” on RILM Music Encyclopedias. If you have a subscription, please or access via your institution to see the full article.