Σκέρτσο (Scherzo) Ιταλ. Αστείο, χωρατό. (1) Ένα μέρος, συνήθως το τρίτο, σε σονάτες, συμφωνίες, κουαρτέτα εγχόρδων ή άλλες συνθέσεις, γραμμένες στη φόρμα της σονάτας (εκτός από το κοντσέρτο, στο οποίο το σκέρτσο συνήθως παραλείπεται). Εισήχθη από τον Χάυδν, ιδιαίτερα στα κουαρτέτα έγχορδων του: Τα σκέρτσα και υιοθετήθηκε οριστικά από τον Μπετόβεν, αντικαθιστώντας το μενουέτο, από το οποίο κυρίως διαφέρει κατά το γρηγορότερο τέμπο του, που ποικίλλει από αλεγκρέτο σε πρέστο, πάντα σε τριμερές μέτρο...
Σκέρτσο
Dies ist eine Vorschau von „Σκέρτσο“ auf RILM Music Encyclopedias. Wenn Sie ein Abonnement haben, bitte melden Sie sich an oder nutzen Sie den Zugang über Ihre Institution, um den vollständigen Artikel zu sehen.
Inhalt © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale
Inhalt © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale