Σοπράνο (Soprano) Ιταλ. από το Sopra - Επάνω. Η ψηλότερη γυναικεία φωνή (βλέπε Φωνές, έκταση φωνών). Η σοπράνο διακρίνεται σε δραματική, λυρική και κολορατούρα, ανάλογα με την τονική ποιότητα και την έκταση της φωνής. Φωνές του ίδιου τύπου είναι η αγορίστικη φωνή προτού αλλάξει, «αγόρι - σοπράνο
» και «άνδρας - σοπράνο
», είτε ως καστράτος, είτε τραγουδώντας φαλσέτο. Η ονομασία χρησιμοποιείται ακόμα και για όργανα ίδιας υψηλής έκτασης, π.χ. σοπράνο σαξόφωνο ή σοπράνο ρεκόρντερ. Σε φωνητικές παρτιτούρες...