Σπίντο (Spinto) Ιταλ. = Με ώθηση. Ο όρος χρησιμοποιείται ως φωνητική ποικιλία, ιδιαίτερα της σοπράνο ή του τενόρου. Π.χ. Soprano lirico spinto σημαίνει τη φωνή που «ωθείται
» με περισσότερη δύναμη.
Σπίντο (Spinto) Ιταλ. = Με ώθηση. Ο όρος χρησιμοποιείται ως φωνητική ποικιλία, ιδιαίτερα της σοπράνο ή του τενόρου. Π.χ. Soprano lirico spinto σημαίνει τη φωνή που «ωθείται
» με περισσότερη δύναμη.