Στακάτο (Staccato) Ιταλ. = Αποσπασμένο. Η βραχύτερη εκτέλεση ενός φθόγγου (ή ενός συνόλου φθόγγων) έτσι που να ηχεί για μια μόνο στιγμή, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της αξίας της αντικαθίσταται από παύση. Υποδηλώνεται είτε με τη λέξη staccato ή, πιο συχνά, με τελείες που τοποθετούνται πάνω από τις νότες (βλέπε Λεγκάτο). Υπάρχουν διάφοροι τύποι staccato: στο βιολί, στο πιάνο, καθώς και στο τραγούδι, που παράγονται με διαφορετικό άγγιγμα, δοξαριά, ατάκα, κ.λπ. Παλαιότεροι συνθέτες, όπως οι: Κ.Φ.Ε. Μπαχ...
Στακάτο
Dies ist eine Vorschau von „Στακάτο“ auf RILM Music Encyclopedias. Wenn Sie ein Abonnement haben, bitte melden Sie sich an oder nutzen Sie den Zugang über Ihre Institution, um den vollständigen Artikel zu sehen.
Inhalt © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale
Inhalt © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale