SUCHEN

Στακάτο

Στακάτο (Staccato) Ιταλ. = Αποσπασμένο. Η βραχύτερη εκτέλεση ενός φθόγγου (ή ενός συνόλου φθόγγων) έτσι που να ηχεί για μια μόνο στιγμή, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της αξίας της αντικαθίσταται από παύση. Υποδηλώνεται είτε με τη λέξη staccato ή, πιο συχνά, με τελείες που τοποθετούνται πάνω από τις νότες (βλέπε Λεγκάτο). Υπάρχουν διάφοροι τύποι staccato: στο βιολί, στο πιάνο, καθώς και στο τραγούδι, που παράγονται με διαφορετικό άγγιγμα, δοξαριά, ατάκα, κ.λπ. Παλαιότεροι συνθέτες, όπως οι: Κ.Φ.Ε. Μπαχ...

Dies ist eine Vorschau von „Στακάτο“ auf RILM Music Encyclopedias. Wenn Sie ein Abonnement haben, bitte oder nutzen Sie den Zugang über Ihre Institution, um den vollständigen Artikel zu sehen.