Στιλ (Style). Διακριτικός ή χαρακτηριστικός τρόπος παρουσίασης, πλοκής ή εκτέλεσης κάθε τέχνης (Γουέμπστερ). Επομένως, μουσικό στιλ σημαίνει «χαρακτηριστική γλώσσα
» ή «χαρακτηριστικό τρόπο σύνθεσης
», ιδιαίτερα με αναφορά στη μεταχείριση της μελωδίας, αρμονίας, ρυθμού κ.λπ. Η ονομασία χρησιμοποιείται, επίσης, για να προσδιορίσει τη χαρακτηριστική γλώσσα των συνθετών (π.χ. στιλ Μπετόβεν), τον τύπο των συνθέσεων (οπερατικό στιλ, εκκλησιαστικό στιλ), τα μέσα εκτέλεσης (ενόργανο στιλ, φωνητικό στιλ),...