BUSCAR

Στρέτο

Στρέτο (Stetto) Ιταλ. = Συνδεδεμένο. (1) Σε μια φούγκα η μίμηση του θέματος σε κλειστή απόσταση, έτσι ώστε να ξεδιπλώνονται δυο (ή περισσότερες) αλλεπάλληλες εκθέσεις. Η τεχνική αυτή δίνει περισσότερη ένταση και επομένως χρησιμοποιείται συχνά για κλείσιμο μιας φούγκας. (2) Σε συνθέσεις εκτός φούγκας, στρέτο και, συχνότερα, στρέτα, είναι ένα τμήμα στο τέλος της σύνθεσης, με αυξανόμενη ταχύτητα, όπως π.χ. στο τέλος του τελευταίου μέρους της 5ης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Χρησιμοποιείται, επίσης, συχνά...

Esta es una vista previa de «Στρέτο» en RILM Music Encyclopedias. Si tiene una suscripción, o acceda a través de su institución para ver el artículo completo.