Τρίο (Trio) Ιταλ. = Σύνολο τριών. (1) Προσδιορισμός μιας ομάδας τριών εκτελεστών ή της μουσικής την οποία εκτελούν. Ο σημαντικότερος τύπος είναι το τρίο με πιάνο, δηλαδή πιάνο, βιολί και τσέλο. Ιδιαίτερα γνωστά είναι τα τρίο του Μπετόβεν, έργο 70 (Φαντασμάτων Τρίο) και έργο 97 και του Σούμπερτ έργο 99 και έργο 100. Το τρίο εγχόρδων για βιολί, βιόλα και τσέλο, ήταν σπάνια σε χρήση το 19ο αιώνα, αλλά έχει γίνει δεκτό από συγχρόνους συνθέτες (Χίντεμιτ, Σαίνμπεργκ). Ένα9 ασυνήθιστος συνδυασμός είναι...
Τρίο
This is a preview of “Τρίο” on RILM Music Encyclopedias. If you have a subscription, please log in or access via your institution to see the full article.
Content © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale
Content © 2026 · Répertoire International de Littérature Musicale