Πήκτις (και πηκτίς). (1) Έγχορδο όργανο της αρχαίας Ελλάδος, που ανήκε στα «ψαλτικά όργανα
». Είχε 20 χορδές κουρδισμένες κατά ζεύγη που παίζονταν χωρίς πλήκτρο. Κατά τον Αριστόξενο, η πήκτις και η μάγαδις ήταν το ίδιο οργανο. Είχε λυδική προέλευση και θεωρείται ότι πρώτη το χρησιμοποίησε η Σαπφώ. (2) Είδος ποιμενικής σύριγγας, που ήταν σε χρήση στην αρχαία Ελλάδα.